Πουλιά

[Παραθέτουμε την εισήγηση που έγινε από τον κ. Λευτέρη Σταύρακα, μέλος της «Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας» στη «Συνάντηση για τον Υμηττό» της 2ης Δεκεμβρίου 2007.]

Καλημέρα και από εμένα. Κατ’ αρχήν μία πολύ μικρή εισαγωγή για το τι είναι η «Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία». Είναι η περιβαλλοντική οργάνωση που από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους και ανάμεσα στις δράσεις που έχει πραγματοποιήσει όλα αυτά τα χρόνια είναι και ο θεσμός των υπεύθυνων παρακολούθησης των σημαντικών περιοχών της Ελλάδας, για τα πουλιά πάντα.
Μία από τις σημαντικές περιοχές για τα πουλιά της Ελλάδας είναι και το όρος Υμηττός. Με βάση αυτό το πρόγραμμα πραγματοποιήσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια εκτεταμένες παρακολουθήσεις της ορνιθοπανίδας του Υμηττού και καταγραφή του πληθυσμού του και έτσι έχουμε μια συγκεκριμένη αυτή τη στιγμή άποψη για το συμβαίνει στον Υμηττό όσον αφορά τα πουλιά και κυρίως τις απειλές που δέχονται και θα συνεχίζουν να δέχονται για τα υπόλοιπα χρόνια.
Ένα συνοπτικό είναι ότι αυτή τη στιγμή στον Υμηττό έχουν καταγραφεί 134 είδη, είναι ένας πολύ καλός αριθμός, αναλογιζόμενοι ότι ο συνολικός αριθμός των ειδών είναι 435, ας πούμε, δηλαδή από το ¼ των ειδών που έχουν παρατηρηθεί στην Ελλάδα, έχουν παρατηρηθεί και στον Υμηττό. Απ’ αυτά τα 134 είδη, τα 53 φωλιάζουν, δηλαδή κάνουν φωλιές και παραμένουν είτε όλο το χρόνο στον Υμηττό, είτε για την καλοκαιρινή περίοδο και απ’ αυτά τα 134, τα 55 είναι είδη, τα λέμε SPEC, (species of European concern), δηλαδή ήδη Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, είναι κάποια ήδη τα οποία είτε λόγω της περιορισμένης εξάπλωσής τους πανευρωπαϊκά ή και παγκόσμια, είτε λόγω της μειωμένης, τού καθεστώτος στο οποίο βρίσκονται αυτή τη στιγμή, δηλαδή είναι σπάνια και απειλούμενα, έχουν τεθεί υπό την προστασία – σε εισαγωγικά και χωρίς εισαγωγικά – της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή ουσιαστικά ένα στα τρία είδη, περίπου, είναι είδος που ενδιαφέρει την Ευρωπαϊκή Ένωση να προστατευτεί.
Κατ’ αρχήν, ας πάμε από τα πιο απλά είδη, το πιο εύκολο που μπορούμε να δούμε και το πιο πολυάριθμο στον Υμηττό, που δεν είναι τίποτε άλλο από το Σπίνο. Ο Σπίνος ή αλλιώς Σπουργίτη του δάσους, είναι πραγματικά το πιο πολυάριθμο είδος αυτή τη στιγμή στον Υμηττό, φωλιάζει σε εκατοντάδες ζευγάρια, μην πούμε και χιλιάδες, αλλά εν πάση περιπτώσει φωλιάζει σε πολύ μεγάλους αριθμούς σε όλο το πευκοδάσος του Υμηττού, από την Αγία Παρασκευή μέχρι και το Νότιο Υμηττό, όπου υπάρχουν πεύκα. Το χειμώνα δε, ο πληθυσμός τους αυξάνεται κατακόρυφα από επισκέπτες από τις Βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες. Είναι το πουλί που μπορούμε πολύ πιο εύκολα να δούμε και να ακούσουμε στον Υμηττό.
Θα πάμε τώρα στον αντίποδα, στο πιο σπάνιο είδος που έχουμε παρατηρήσει αυτή τη στιγμή στον Υμηττό, που είναι ο Στικταετός. Βέβαια, η οθόνη δεν μας βοηθάει πολύ να καταλάβουμε ακριβώς τα χαρακτηριστικά του, αλλά ο Στικταετός είναι ένα είδος αετού, μεγάλου αετού, ο οποίος είναι πάρα πολύ σπάνιος στον Ελλαδικό χώρο, κυρίως το χειμώνα εμφανίζεται. Στον Υμηττό είναι πολύ σποραδική βέβαια η καταγραφή του, παρόλα αυτά όμως μας δείχνει να καταλάβουμε ότι ο Υμηττός κρατάει ακόμη την αξία του σαν άγριος βιότοπος και όχι απλά σαν ένα περιαστικό πάρκο.
Εφ’ όσον είδαμε βέβαια αυτά τα δύο τελείως διαφορετικά σε καθεστώς είδη, το πιο κοινό και το πιο σπάνιο, ας προχωρήσουμε σε ένα άλλο είδος, το οποίο μπορεί να μην το έχει δει πολύς κόσμος, παρόλα αυτά είναι από τα πλέον κοινά είδη, από τα είδη που εξαρτώνται από την παρουσία ώριμου, υγιούς δάσους και είναι ο Σταχτομυγοχάφτης. Ο Σταχτομυγοχάφτης φωλιάζει σε κουφάλες δένδρων, δεν φτιάχνει δηλαδή μόνος του τη φωλιά, εξαρτάται από την παρουσία μεγάλων δένδρων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Υμηττού, πεύκων κυρίως, και έρχεται συνήθως τον Απρίλιο και κάθεται μέχρι τον Οκτώβριο. Είναι μεταναστευτικό είδος που έρχεται από την Αφρική για να φωλιάσει στον Υμηττό και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Ένα άλλο είδος, το οποίο έχει γίνει τα τελευταία χρόνια κοινό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Καισαριανής, είναι η Κίσσα. Η Κίσσα παρόλο που είναι ένα γενικώς κοινό πουλί στην Ελλάδα, στον Υμηττό δεν παρουσιαζόταν όλο το χρόνο, παρά μόνο σποραδικά, μέχρι το 1998, όπου ένας μικρός αριθμός στην αρχή εμφανίστηκε στην Καισαριανή να φωλιάζει και από εκείνη τη στιγμή και μετά εξαπλώθηκε και στις βορειότερες περιοχές.
Εικάζουμε ότι ο πυρήνας του πληθυσμού αποτελείται από πουλιά που έφυγαν από την Πεντέλη μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές. Είναι ένα πουλί το οποίο θέλει πολύ βελανιδιά για να ζήσει. Ευτυχώς, όμως, στον Υμηττό υπάρχουν μεγάλα πουρνάρια, ειδικά στην περιοχή της Καισαριανής και πιο πάνω, τα οποία παρέχουν τα απαραίτητα βελανίδια.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό είδος των πευκοδασών και γενικώς των δασών είναι και το Ξεφτέρι, ένα μικρού μεγέθους αρπακτικό, το οποίο φωλιάζει συνήθως σε πεύκα και γενικότερα σε μεγάλα δένδρα και στον Υμηττό, ενώ παλιότερα είχαμε την άποψη ότι μόνο ξεχειμωνιάζει, δηλαδή κάθεται τους χειμερινούς μήνες, τελικά ανακαλύφθηκε ότι φωλιάζει και αυτό σε ένα μικρό αριθμό ζευγαριών, τρία με τέσσερα, κυρίως στο κεντρικό και βόρειο τμήμα του. Είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά αρπακτικά που μπορούμε να δούμε στον Υμηττό και αυτή τη στιγμή ο πληθυσμός του, εν πάση περιπτώσει, είναι σταθερός, διότι δεν απειλείται τόσο άμεσα, καθώς φωλιάζει κυρίως στα πιο ψηλά μέρη του βουνού, αυτά που βρίσκονται δηλαδή πιο απρόσβλητα από τις τυχόν επεμβάσεις.
Φεύγοντας από το κλειστό πευκοδάσος και προχωρώντας προς τις πιο ανοιχτές εκτάσεις, συναντάμε τον τσαλαπετεινό, ένα πουλί το οποίο τα τελευταία χρόνια και αυτό έχει δείξει ότι ο πληθυσμός του έχει ανακάμψει από τις παλιότερες μειώσεις τους. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο ότι σταμάτησε το εαρινό κυνήγι του Τρυγονιού, στο οποίο κατά τη διάρκεια ενός μήνα, δηλαδή από τον Απρίλιο ως τον Μάιο, πολλές φορές θηρεύονταν, παράνομα βέβαια, αλλά παρόλα αυτά, θηρεύονταν. Επίσης, αρχίζει και δεν φοβάται τόσο πολύ τον άνθρωπο και το βλέπουμε να πλησιάζει όλο και πιο κοντά.
Ο Υμηττός είναι ένα από τα σημεία πλέον, ιδιαίτερα οι ανοικτές εκτάσεις, όχι τόσο το κλειστό πευκοδάσος, οι εκτάσεις που συνορεύουν δηλαδή με φρύγανα και με θάμνους, είναι ένα σημείο που μπορούμε να δούμε άνετα τον τσαλαπετεινό, από τον Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο.
Και συζητώντας τώρα για τις ανοικτές εκτάσεις, να υπενθυμίσουμε ότι ό,τι δεν είναι δάσος και απλά το θεωρούμε ξεροβούνι με φρύγανα και θάμνους, μπορεί να είναι μια πολύ σημαντική περιοχή, όχι μόνο για τα πουλιά, αλλά και γενικότερα για την πανίδα και τη χλωρίδα, δηλαδή οι εκτάσεις του Υμηττού που βρίσκονται στον Καρέα και πιο κάτω, στην Αργυρούπολη, στην Ηλιούπολη, στη Γλυφάδα, όλες αυτές είναι θησαυροί από βιοποικιλότητας και δεν πρέπει να τους συμπεριφερόμαστε σαν απλά γυμνές εκτάσεις.
Ένα χαρακτηριστικό είδος που βρίσκεται σ’ αυτές τις γυμνές εκτάσεις είναι και η Αετογερακίνα. Η Αετογερακίνα είναι ένα αρπακτικό το οποίο ενώ είχε εξαφανιστεί από την ευρύτερη περιοχή του Υμηττού από το ’94 και μετά, τα τελευταία χρόνια, ίσως λόγω της συστηματικότερης καταγραφής μας, εμφανίστηκε ένα ζευγάρι και είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό. Η Αετογερακίνα φωλιάζει σε βράχια, όχι σε δένδρα, και τρέφεται σε ανοικτές εκτάσεις. Η δε έκταση που χρειάζεται ένα τέτοιο πουλί υπερβαίνει βεβαίως την έκταση του Υμηττού, οπότε η συστηματικότερη και αποτελεσματικότερη προστασία όλων των ελεύθερων εκτάσεων της Αττικής, όπως είναι οι καλλιεργήσιμες περιοχές γης πέριξ του αεροδρομίου ή όλες οι υπόλοιπες περιοχές που αυτή τη στιγμή παραδίδονται στην οικοδόμηση για να φτιάξουμε όλοι τα εξοχικά μας ή εν πάση περιπτώσει να φτιάξουμε δρόμους, βίλες ή ό,τι θέλουμε να κάνουμε, είναι περιοχές στις οποίες εξαρτάται η ύπαρξη της Αετογερακίνας και όχι μόνο της Αετογερακίνας, όλων των μεγάλων αρπακτικών.
Μιλώντας για επανεμφανίσεις, ένα άλλο είδος το οποίο με χαρά το υποδεχτήκαμε ξανά στον Υμηττό, είναι ο Κόρακας. Η τελευταία γνωστή φωλιά του ήταν το ’92 στην περιοχή του Καρέα, έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του, δείχνει όμως ότι γενικότερα αρχίζει και εμφανίζεται πάλι σαν είδος, κυρίως λόγω του ότι σταμάτησαν να το διώκουν πια οι άνθρωποι, γιατί παλιότερα είχε αυτή τη φήμη και το κυνηγούσαν όπου έβρισκαν, αυτή τη στιγμή το έχουν αφήσει κάπως στην ησυχία του και στην Αττική και ιδιαίτερα και στον Υμηττό, έχουμε δει πάλι ένα ζευγάρι να φωλιάζει και να κάνει και οικογένειες που μεγαλώνουν κανονικά και να εξαπλώνονται περαιτέρω.
Αυτά από τα μεγάλα πουλιά και αυτά που μπορούμε εύκολα να δούμε. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα πουλιά, τα οποία μπορεί να μην τα δούμε ποτέ μας, όσοι δεν ασχοληθούμε ενεργά με την παρατήρηση πουλιών, αλλά είναι οι αιτίες οι οποίες δημιούργησαν το καθεστώς του Υμηττού σαν σημαντική περιοχή για τα πουλιά της Ελλάδας, τουλάχιστον σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ένα απ’ αυτά είναι ο Αιγαιοτσιροβάκος. Είναι ένα μικρό πουλάκι, στο μέγεθος σπουργιτιού. Πολύ δύσκολα το βλέπουμε, γιατί κρύβεται πάντα σε θάμνους. Η μόνη ευκαιρία για να το εντοπίσουμε είναι την άνοιξη, όπου τα αρσενικά επιδίδονται σε τραγούδι καθόμενα πάνω στις κορυφές των θάμνων. Είναι ένα από τα πλέον κοινά πουλιά του Υμηττού. Είναι ένα πουλί με πολύ περιορισμένη παγκόσμια κατανομή, ούτε καν Ευρωπαϊκή, συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είμαστε η μοναδική χώρα που φωλιάζει και ο δεύτερος μεγάλος πληθυσμός βρίσκεται στην Τουρκία.
Έρχεται από τον Μάρτιο και φεύγει γύρω στον Σεπτέμβριο και είναι ένας από τους λόγους, επαναλαμβάνω, όπου ο Υμηττός καθιερώθηκε σαν σημαντική περιοχή για τα πουλιά. Ο πληθυσμός του αυτή τη στιγμή είναι σε πολύ καλή κατάσταση, παρ’ όλες τις πυρκαγιές που κάψανε σημαντικό μέρος του βιοτόπου του, το ’98, ευτυχώς τα κομμάτια που κάηκαν και που δεν ήταν πεύκα και ήταν θάμνοι, όπως πουρνάρια, επανέκαμψαν πολύ γρήγορα, στα επόμενα πέντε χρόνια, και αυτή τη στιγμή ο πληθυσμός του είναι σε πολύ καλή κατάσταση.
Δυστυχώς, το ίδιο δεν συμβαίνει με ένα άλλο είδος, για το οποίο ορίστηκε ο Υμηττός σημαντική περιοχή, το οποίο είναι ο Αμπελουργός ή αν κάποιοι το ξέρουν αλλιώς, το Κρασοπούλι. Το Κρασοπούλι είναι ένα μικρό πουλί, μεταναστευτικό κι αυτό, το οποίο έρχεται από την Ινδία κάθε Μάιο για να φωλιάσει σε ανοικτές εκτάσεις, κυρίως αμπελώνες, αλλά και άλλες γεωργικές εκτάσεις, επίσης και σε θαμνοτόπους.
Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε ικανοί να πούμε το καθεστώς το ακριβές, διότι από τη χρονιά που ορίστηκε ο Υμηττός προστατευόμενη περιοχή, δυστυχώς το είδος δεν έχει αποδειχτεί αν φωλιάζει πλέον. Και αυτό είναι ένα μεγάλο κρίμα, ας πούμε, διότι το πουλί αυτό παλιότερα ήταν ένα από τα πιο κοινά πουλιά της Ελληνικής υπαίθρου, δυστυχώς όμως τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός του, ειδικά στις αναπτυσσόμενες περιοχές της Αττικής έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Ελπίζουμε να υπάρχει ένα έστω μικρό κομμάτι πληθυσμού που να επιβιώνει ίσως σε κάποια περιοχή στο Κορωπί ή στους πρόποδες του Υμηττού. Αυτή τη στιγμή όμως δεν έχουμε καμία τέτοια απόδειξη. Είναι ένα από τα είδη τα οποία ουσιαστικά θα εξαφανίσει η περαιτέρω ανάπτυξη της Αττικής, με τον τρόπο που γίνεται βέβαια.
Για τις απειλές ξέρω ότι σας είπαν πολλά πράγματα, δεν θέλω κι εγώ να αρχίσω να λέω συγκεκριμένα θεωρητικά, ας πούμε, πρακτικά για τα πουλιά έχουμε να κάνουμε με τις εξής: Πρώτα απ’ όλα και η κυριότερη απειλή είναι η απώλεια ή η υποβάθμιση των βιοτόπων. Απώλεια είναι όταν καταστρέφεται τελείως ο βιότοπος ενός είδους. Υποβάθμιση όμως μπορεί να συμβεί και αν απλά φτιαχτεί ένα οίκημα σε ένα μεγάλο κομμάτι γης, γιατί κάποια πουλιά δεν ανέχονται την παρουσία του ανθρώπου, όπως τα μεγάλα αρπακτικά. Κάποια άλλα την ανέχονται, κάποια άλλα δεν την ανέχονται.
Οπότε, κατά κύριο λόγο, ας πούμε, οι πυρκαγιές βέβαια καταστρέφουν ολοκληρωτικά τον βιότοπο για κάποια είδη, όπως είπαμε η Κίσσα, όπως είπαμε ο Μυγοχάφτης, αλλά και άλλα, το Ξεφτέρι, και τα διώχνουν τελείως αν δεν σκοτωθούν βέβαια κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς. Επίσης, οι κατασκευές των μεγάλων έργων, των υποδομών, εκτοπίζουν τα πουλιά και περιορίζουν το ζωτικό τους χώρο, το οποίο για κάποια είδη, όπως είδαμε την Αετογερακίνα, αλλά και άλλα αρπακτικά, ουσιαστικά τα εξωθεί στο να φύγουν από την περιοχή, γιατί δεν μπορούν να βρουν πια κατάλληλες συνθήκες, όπως είναι ασφάλεια κατά το φώλιασμα, ηρεμία και μεγάλους χώρους για να μπορέσουν να τραφούν.
Ένα τρίτο είναι η διαρκής οικοπεδοποίηση που υφίσταται η Αττική αυτή τη στιγμή, για τους ίδιους λόγους, όπως η κατασκευή υποδομών, ακόμη και ένα μικρό σπίτι εξοχικό μπορεί να καταστρέψει ουσιαστικά την ισορροπία της περιοχής και δεν εξισώνονται αν απλά θα βάλουμε έναν ωραίο κήπο, να πούμε: «εντάξει το ίδιο πράγμα είναι, θάμνοι ήταν, δεν τρέχει τίποτε», αυτό είναι μεγάλο λάθος.
Επίσης, να μην ξεχνάμε ότι το παράνομο κυνήγι και όταν λέμε παράνομο κυνήγι, λέμε κυρίως για διάφορους οπλοφόρους, δεν μπορώ να τους χαρακτηρίσω κυνηγούς, οι οποίοι απλά βαράνε ό,τι βρούνε. Δεν κατηγορώ κυνηγούς αυτή τη στιγμή, κατηγορώ τους λαθροθήρες. Δυστυχώς, ενώ στην πλευρά του λεκανοπεδίου του Υμηττού το φαινόμενο έχει σχεδόν εξαλειφθεί, διορθώστε με αν κάνω λάθος, στην Ανατολική πλευρά του Υμηττού, στην αθέατη πλευρά του Υμηττού, δυστυχώς, συνεχίζει να υφίσταται και θα συνεχίζει μέχρι να πάρουμε κάποια δραστικά μέτρα.
Επίσης συνεχίζει να υφίσταται και η σύλληψη των μικρών πουλιών κυρίως, όπως είναι τα διάφορα στρουθιόμορφα, δηλαδή οι Καρδερίνες, οι Σπίνοι, οι Φλώροι, τα Μπανέτα, τα οποία τα συλλαμβάνουμε με ξόβεργες ή με δίκτυα, κυρίως για να τα διατηρούν σε κλουβιά, μερικοί κιόλας για να τα φάνε και το πρόβλημα με αυτή την τακτική είναι ότι γίνεται επιλεκτική σύλληψη, δηλαδή οι ξοβεργάδες, ας πούμε, κυρίως πιάνουν αρσενικά πουλιά, γιατί αυτά τραγουδάνε. Τα θηλυκά πουλιά είτε τα απελευθερώνουν, οι καλοί, είτε τα σκοτώνουν επί τόπου για να μην χαλάσουν την ξόβεργα.
Τελειώνοντας, μια άλλη απειλή για κάποια είδη πουλιών είναι και η όχληση. Όχληση όταν λέμε, εννοούμε ακόμη και έναν μικρό περίπατο που μπορεί να κάνουμε με το σκύλο μας. Αν δεν έχουμε το νου μας στο κατοικίδιό μας, μπορεί να δημιουργήσει κάποια προβλήματα σε ορισμένα είδη πουλιών. Υπάρχουν κάποια σκυλιά που μπαίνουν και χώνονται μέσα σε θάμνους, ψάχνοντας συνέχεια για μυρωδιές, αυτά μπορεί να καταστρέψουν φωλιές άθελά τους ή και ηθελημένα.
Καλό θα είναι, λοιπόν, τελειώνοντας με αυτή την κουβέντα, όταν θα επισκεπτόμαστε τον Υμηττό να σκεφτόμαστε ότι βρισκόμαστε σε έναν άγριο βιότοπο και όχι σε μία περιοχή που είναι δίπλα μου, εντάξει, είναι ένα ωραίο παρκάκι ή θα πάω με τα παιδιά μου βόλτα, και είναι και λογικό και πολύ σωστό αυτό. Θα πρέπει απλώς να έχουμε κατά νου ότι στον Υμηττό ακόμη υπάρχει άγρια ζωή και θέλει και τη δική μας προστασία, εκτός από τις μεγάλες δράσεις, θέλει και τη συμμετοχή καθενός, καθημερινά να σέβεται το χώρο.
Advertisements

1 Response so far »

  1. 1

    ΒΑΣΙΛΗΣ Χ. said,

    Το δάσος και ο άνθρωπος

    Ο άνθρωπος συνδέθηκε με το δάσος από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του πάνω στη γη και μάλιστα στενότατα. Το δάσος του εξασφάλισε τροφή, στέγη, προστασία, ψυχαγωγία και εργασία. Του πρόσφερε την απαραίτητη ξυλεία, τα καυσόξυλα και τα άλλα δασικά προϊόντα (καρπούς, ρετσίνι, κ.α.) για τη διαβίωση και την πρόοδό του. Επίσης το δάσος του έδωσε τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες για κοινωνικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές και άλλες εκδηλώσεις και απασχολήσεις για την πνευματική, κοινωνική και πολιτιστική του άνοδο.
    Στο πέρασμα των αιώνων, το δάσος συνεχίζει να προσφέρει και ο άνθρωπος βρίσκει τρόπους να αξιοποιεί πολύπλευρα την πολύτιμη, αστείρευτη , φυσική πηγή ζωής, προόδου και πολιτισμού.
    Η χώρα μας φημιζόταν για τα πλούσια και απέραντα δάση που είχε κατά την αρχαιότητα. Οι διάφορες όμως καταστροφές από ληστρικές υλοτομίες, αλόγιστες εκχερσώσεις, συνεχείς πυρκαγιές, και κυρίως από καταπατήσεις και την ανεξέλεγκτη οικοδόμηση (στο Νομό Αττικής τουλάχιστον) , είχαν σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση, τον περιορισμό και την εξαφάνισή τους. Έτσι σήμερα η συνολική έκταση των παραγωγικών δασικών εκτάσεων (από τα δάση που έχουμε παραγωγή ξύλου), φθάνει μόλις το 17% της συνολικής έκτασης της χώρας. Παρ’ όλα αυτά όμως από εμάς εξαρτάται τόσο η διατήρηση των υπαρχόντων δασών όσο και η αύξηση τους, αφού οι κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της χώρας μας ευνοούν την ανάπτυξη και επέκταση των δασών.
    Τι είναι όμως το δάσος; ποια είναι η αξία του και η προσφορά του στον σύγχρονο άνθρωπο; ποιες είναι οι βασικότερες λειτουργίες του;
    Δάσος είναι τα δένδρα, οι θάμνοι και οι υπόλοιποι φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί που μαζί με το έδαφος και το κλίμα βρίσκονται σε συνεχή επίδραση και εξάρτιση μεταξύ τους. Είναι ένας ανανεώσιμος φυσικός πόρος και σπουδαίος συντελεστή οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Μια πολύτιμη πηγή υγείας, αναψυχής, ομορφιάς, ζωής και ένας προστάτης του περιβάλλοντος και της άγριας ζωής.
    Το δάσος λοιπόν είναι ένα σύνολο πολυσύνθετο, με δική του ζωή και με ξεχωριστή θέση, ρόλο και σημασία μέσα στη φύση και με τεράστιες δυνατότητες, που εάν αξιοποιηθούν κατάλληλα συμβάλλουν ουσιαστικά και σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου και στην δημιουργία καλύτερων συνθηκών ζωής.

    Έτσι το δάσος είναι αυτό που:
    1. Παράγει το απαραίτητο και αναντικατάστατο για την ζωή μας οξυγόνο, ενώ συγχρόνως δεσμεύει το επικίνδυνο για την ζωή διοξείδιο του άνθρακα.
    2. Μειώνει την ένταση του φωτός και επιδρά στην σύνθεσή του, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο φωτοκλίμα .
    3. Απορροφά και εξουδετερώνει διάφορες επιβλαβείς ουσίες.
    4. Αμβλύνει τις ακραίες θερμοκρασίες και παρεμποδίζει το σχηματισμό δρόσου και πάχνης.
    5. Μειώνει την ένταση του ανέμου.
    6. Μειώνει τους θορύβους.
    7. Αυξάνει τις βροχές, μετατρέπει σε βροχή την υγρασία του αέρα και υγροποιεί την ομίχλη.
    8. Συγκρατεί το νερό της βροχής και δεν το αφήνει να πέφτει με δύναμη στο έδαφος και να το διαβρώνει.
    9. Ενισχύει τα υπόγεια νερά.
    10. Βελτιώνει την ποιότητα του νερού ενεργώντας σαν φίλτρο.
    11. Συγκρατεί το έδαφος και εμποδίζει την διάβρωση.
    12. Εμποδίζει την εξάτμιση της υγρασίας του εδάφους και την αυξάνει.
    13. Δεν εξαντλεί το έδαφος και βοηθά στην δημιουργία νέου εδάφους.
    14. Εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες για την προστασία, διατροφή και διατήρηση πολλών ζωικών οργανισμών.
    15. Παράγει σημαντικές ποσότητες βιομάζας, μας προσφέρει διάφορα δασικά προϊόντα και δεσμεύει ενέργεια.
    16. Δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες διατήρησης διαφόρων φυτικών ειδών.
    Η συνολική προσφορά του δάσους αποκτά ιδιαίτερη σημασία για όλους εμάς όταν ζούμε και κινούμαστε καθημερινά μέσα ή κοντά σε δασικό περιβάλλον.
    Ένα σημαντικό λάθος και γίνεται στην Ελλάδα εδώ και χρόνια από όλους όσους ασχολούνται με τις αναδασώσεις είναι η μονοκαλλιέργεια . Με την αναδάσωση χωρίς μελέτη υπάρχει κίνδυνος από ένα φυσικότατο και ζωντανό δασικό με υψηλή βιοποικιλότητα οικοσύστημα, να το μετατρέψουμε σε μία μονοκαλλιέργεια πεύκου όπου λιγότερα είδη μπορούν να εποικίσουν, με χαμηλή βιοποικιλότητα! Ένα αντίστοιχο «τεχνητό» οικοσύστημα είναι ποιο εύθραυστο και επιρρεπές σε αρρώστιες και καταστροφές! Κλασική περίπτωση «υποβάθμισης του περιβάλλοντος» που ασκούνταν, κυρίως κατά το παρελθόν, για το «καλό του περιβάλλοντος», όταν η επιστήμη της Οικολογίας και του Περιβάλλοντος δεν είχε αναπτυχθεί στον βαθμό που έχει σήμερα! Ακόμα και αν αυτή γίνει με τις καλύτερες δυνατές αρχές της επιστήμης, αυτό που θα καταφέρουμε είναι ένα τεχνητό και όχι <> δάσος.
    Χαρακτηριστικό της δασικής βλάστησης είναι η ύπαρξη θάμνων σκληρόφυλλων αείφυλλων πλατύφυλλων, με κυρίαρχα είδη την αγριελιά, το πουρνάρι, την κουμαριά και το σχίνο ,το θυμάρι κ.α.
    Η ποώδης βλάστηση είναι πλούσια και συναντάμε πάρα πολλά είδη, όπως ραδίκι, γλιστρίδα, κολλιτσίδα, αγριάδα, τη ρίγανη κ.α..
    Η ποικιλία θάμνων έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη των αρπακτικών (άρα προστασία από τρωκτικά και ερπετά) και άλλα είδη πουλιών, όπως την πέρδικα, το ορτύκι, την μπεκάτσα, το τρυγόνι και το κοτσύφι της καρδερίνας του φλώρου του σπίνου των σπουργιτιών αλλά και μικρών ζώων, όπως του λαγού της χελώνας κ.α.
    Η αναδάσωση χρειάζεται, πριν από το φύτεμα των δενδρυλλίων, ορισμένα προπαρασκευαστικά έργα. Τέτοια έργα είναι η κατασκευή φραγμάτων που μειώνουν την ταχύτητα ροής των νερών για να αποφεύγεται η διάβρωση του εδάφους στο οποίο φυτεύονται τα δενδρύλλια ή όταν τα εδάφη είναι ασταθή και μικρής συνοχής ή τοποθέτησης πλεγμάτων και η σπορά ποωδών φυτών με πλούσιες ρίζες (σπάρτα, κουμαριές κ.λ.π.).
    Η αναδάσωση αποτελεί λύση για την αποκατάσταση του φυσικού τοπίου, με την προϋπόθεση να μην αλλάζει το είδος της βλάστησης στη περιοχή (π.χ. δεν μπορεί ο ευκάλυπτος-δέντρο ιθαγενές της Αυστραλίας-να συνυπάρχει με τα πεύκα και τα κυπαρίσσια).

    Παρόλη την μεγάλη καταστροφή που έχει υποστεί το δασικό οικοσύστημα αυτό αντίθετα συνεχίζει να παίζει το σημαντικό του οικονομικό, προστατευτικό, ρυθμιστικό και αισθητικό ρόλο καλύπτοντας τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων της πόλης.

    Καθήκον όλων μας είναι να μην εφησυχάζουμε και με συνεχή δραστηριοποίηση να στοχεύουμε σε ακόμα καλύτερο αποτέλεσμα.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΛΑΚΑΤΕΒΑΚΗΣ

    Επισυνάπτω άλλο ένα άρθρο του Δάσκαλου των οικοσυστημάτων προς ενημέρωση και προβληματισμό…

    Νίκος Μάργαρης για το Πήλιο και για τα φυτεμένα δάση στο Βήμα το 1999. Προφητικό και πολύ ενδιαφέρον ταυτόχρονα:

    Πηγαίνοντας από τις Μηλιές προς την Τσαγκαράδα στο Πήλιο και στο ύψος του χωριού Νεοχώρι ας κάνουμε μια στάση. Η φυσική βλάστηση είναι αειθαλείς σκληρόφυλλοι θάμνοι, όπως η κουμαριά, η αριά, το πουρνάρι, η δάφνη, η μυρτιά. Τα φυτά αυτά ξεπερνούν το ύψος των 2 μέτρων και ανάμεσά τους βρίσκουμε και έναν μεγάλο αριθμό άλλων ειδών, όπως ο πλάτανος, η κουτσουπιά, το σπάρτο, τα ρείκια. Εκεί υπάρχουν και χαμηλοί θάμνοι, όπως η λαδανιά, η ρίγανη, η μέντα, η ασφάκα, καθώς και αναρίθμητα άλλα ετήσια φυτά. Από τον Απρίλιο και μετά, όταν τα φυτά αυτά ανθίζουν το ένα μετά το άλλο, πλήθος έντομα βόσκουν στα λουλούδια τους. Λογικό είναι εκεί να υπάρχουν και αρκετά μελίσσια. Όποιος δοκίμασε μέλι της περιοχής γνωρίζει καλά το άρωμά του, που προέρχεται από τα παραπάνω φυτά. Ακόμη υπάρχουν ζώα, όπως λαγοί, αλεπούδες, χελώνες, σαύρες, πουλιά, που στηρίζονται για τροφή, άμεσα ή έμμεσα, σε ότι τα φυτά παράγουν. Τα κούμαρα, για παράδειγμα, στηρίζουν για σοβαρό χρονικό διάστημα μεγάλους πληθυσμούς πουλιών και το ίδιο ισχύει και με τις συκιές και τις βατομουριές.

    Το οικοσύστημα της περιοχής είναι τυπικά μεσογειακό και χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία στον αριθμό των φυτών και των ζώων. Κάτι που σημαίνει ιδιαίτερη σταθερότητα. Ας το εξηγήσουμε αυτό περισσότερο. Αν σε μια περιοχή κυριαρχεί μόνο ένα είδος φυτού, τότε φυσικά η σταθερότητα του οικοσυστήματος αυτού είναι μικρή για τον εξής λόγο: Αν έρθει μια αρρώστια στο είδος αυτό, τότε υπάρχει κίνδυνος σοβαρής, συνολικής, καταστροφής. Αν όμως συγκυριαρχούν δέκα είδη, τότε, μια και δεν υπάρχει ασθένεια που να προσβάλλει συγχρόνως διαφορετικά είδη, ο κίνδυνος συνολικής καταστροφής είναι ανύπαρκτος και επομένως υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα.

    Πρώτα ήρθε η «αναδάσωση»…
    Η όλη περιοχή είναι ένα οικοσύστημα, δηλαδή μια οικολογική μονάδα, που το συνιστούν το σύνολο των φυτών, των ζώων και των μικροοργανισμών. Η αφαίρεση έστω και ενός οργανισμού προκαλεί διαταραχή στην όλη λειτουργία, που φαίνεται αργά ή γρήγορα, επειδή όλοι οι ρόλοι πρέπει να παίζονται, έτσι που να συμπληρώνεται η όλη ισορροπία, που δυστυχώς ακόμη μας είναι άγνωστη.
    Δυστυχώς οι παραπάνω αρχές δεν τηρήθηκαν από εκείνους που ήταν υπεύθυνοι για να τις εφαρμόζουν. Έτσι με πρωτοβουλία του δασαρχείου αποφάσισαν να «αναδασώσουν» ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής. Φυσικά θα νόμιζε κάποιος αφελής ότι η ενέργεια αυτή θα στηριζόταν σε επιτόπια μελέτη της περιοχής και σε φύτεμα, τουλάχιστον, ειδών δένδρων που προϋπήρχαν σε αυτήν. Ούτε όμως αυτό έγινε. Πήραν ένα είδος πεύκου που δεν προϋπήρχε αλλά υπήρχε σε κάποιο φυτώριο και, αφού προηγουμένως «καθάρισαν» την περιοχή, δημιούργησαν έναν τεράστιο πευκώνα. Μάλιστα αναφέρουν την ενέργειά τους αυτή ως μέτρο προστασίας του περιβάλλοντος. Ας δούμε όμως τι ακριβώς έγινε.
    Με το ξεπάτωμα της αυτοφυούς βλάστησης εξαφανίστηκαν φυσικά και όλοι οι ζωικοί οργανισμοί που στηρίζονταν πάνω σε αυτή. Εδώ πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι άλλοι οργανισμοί τρώνε κούμαρα και άλλοι τρώνε σπόρους ή κάμπιες πεύκου. Δηλαδή ένα φυσικό δάσος πεύκου χαρακτηρίζεται από άλλες λειτουργικές σχέσεις όταν συγκριθεί με έναν ψηλό μεσογειακό θαμνώνα, επειδή έχουμε να κάνουμε με διαφορετικό τύπο οικοσυστημάτων. Η διαταραχή που έγινε είναι ακόμη σοβαρότερη, αν λάβουμε υπόψη μας ότι εδώ δεν πρόκειται για δάσος αλλά για μονοκαλλιέργεια πεύκου. Στη φύση, όπως αναφέραμε παραπάνω, προϋπόθεση σταθερότητας είναι η ποικιλία, ενώ στα ανθρώπινα κατασκευάσματα η ποικιλία μειώνεται, μια και συνήθως έχουμε να κάνουμε με εκτεταμένη καλλιέργεια ενός μόνο είδους• του οποίου η παραγωγικότητα αυξάνεται μεν, αλλά αυτή διατηρείται μόνο με ανθρώπινη παρέμβαση.
    …και ύστερα οι φωτιές
    Ας πάρουμε ένα παράδειγμα για να γίνει περισσότερο αντιληπτό. Κάθε χρόνο στους σιταγρούς της Θεσσαλίας παράγονται περίπου 600 κιλά σπόροι σταριού το στρέμμα. Αν δεν θερίσουμε και αφήσουμε το χωράφι όπως είναι, τον επόμενο χρόνο θα δούμε ότι, παρ’ όλη την επάρκεια σπόρων, κανένας δεν φυτρώνει. Η υψηλή παραγωγή που γίνεται ουσιαστικά οφείλεται σε ανθρώπινη παρέμβαση με όργωμα, σπορά, λίπανση, ζιζανιοκτόνα. Όταν αυτά λείψουν, συνήθως δεν μπορεί να κρατηθεί από μόνη της μια μονοκαλλιέργεια, γιατί είναι ένα σύστημα ιδιαίτερα εύθραυστο. Ουσιαστικά όμως με τη δημιουργία του πευκώνα αυτό έγινε.
    Οι βελόνες του πευκώνα σχημάτισαν μετά από λίγο καιρό στο έδαφος μια πυκνή στιβάδα που εξαφάνισε όλα τα άλλα φυτά και ανέμενε τη φωτιά σαν το καλύτερο προσάναμμα. Οι λαγοί, οι χελώνες, οι σαύρες, τα πουλιά εξαφανίστηκαν. Όσοι αμφιβάλλουν, ας κάνουν μια βόλτα σε έναν πευκώνα ¬ και υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα ¬ που δημιουργήθηκε με αυτό τον τρόπο. Δεν θα ακούν πουλιά να κελαηδούν, μια και ουσιαστικά είναι ένας δενδρώνας-νεκροταφείο. Αυτό όμως είναι προστασία του περιβάλλοντος ή καταστροφή; Εξάλλου οι πευκώνες αυτοί έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής επειδή σε αυτούς δεν γίνεται αναγέννηση. Δεν βγαίνουν νεαρά πευκάκια.
    Όλα τα παραπάνω, που φαίνονται απλά και στηρίζονται σε βασικές οικολογικές γνώσεις, δυστυχώς όχι μόνο δεν λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο όνομα της προστασίας οι καταστροφές που γίνονται σήμερα είναι αναρίθμητες. Η δημιουργία δενδρώνων-νεκροταφείων δεν είναι προστασία του περιβάλλοντος. Είναι καταστροφή!

    Υπάρχει και η διάβρωση

    Η μονοκαλλιέργεια δασικών δένδρων είναι ουσιαστικά μια μονοκαλλιέργεια όπως αυτή της ροδακινιάς. Για να διατηρηθεί θέλει, επειδή είναι εύθραυστη, εντομοκτόνα και άλλες ανθρώπινες παρεμβάσεις. Πρόκειται για κάτι άλλο που είναι μεν κατανοητό, αλλά δεν είναι, σώνει και καλά, προστασία.
    Οι πανεθνικές εκστρατείες δενδροφύτευσης με ότι δένδρο βρούμε πρόχειρο, που το φυτεύουμε όπου μας καπνίσει και συγχρόνως περιμένουμε να γίνει δάσος, θυμίζουν παράλογη κωμωδία. Όταν βλέπω στην τηλεόραση να προβάλλονται τέτοιες δραστηριότητες και τους τοπικούς άρχοντες να ποζάρουν πανευτυχείς αναλύοντας τα μακρόπνοα σχέδιά τους, ειλικρινά απελπίζομαι. Για να γίνει ένα παιδί χρειάζεται μια γυναίκα σε ηλικία αναπαραγωγής, ένας μη στείρος άνδρας και, εφόσον όλα πάνε καλά, εννέα μήνες κυοφορίας. Εμείς πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε ένα παιδί σε έναν μήνα, με εννέα γριές και χωρίς άνδρα. Παράδειγμα, οι πρόποδες του Υμηττού. Οι πρόσκοποι πάνε και φυτεύουν πεύκα και τους ακολουθούν τα ΚΑΠΗ που αναδασώνουν με ευκαλύπτους, το ΠΑΚΟΕ με ότι βρει πρόχειρο, οι ορειβάτες με κυπαρίσσια και τα Λυκόπουλα με ότι περίσσεψε από τους παραπάνω. Οπότε η αναδάσωση-κουρελού είναι γεγονός ως την επόμενη πυρκαγιά.

    Πολλοί, όταν αναφέρομαι στην καταστροφή του περιβάλλοντος που συχνά προκαλούν οι αναδασώσεις, με θεωρούν είτε παραδοξολόγο είτε απλώς ακατάρτιστο. Ένα από τα κυριότερα επιχειρήματά τους είναι ότι αγνοώ την προστασία των εδαφών από τη διάβρωση. Η απάντησή μου, μονότονη στο σημείο αυτό, είναι: Από ότι γνωρίζω, τα εδάφη τα συγκρατούν οι ρίζες των φυτών και όχι το υπέργειο μέρος τους. Όσοι κάνουν βόλτα τις Κυριακές, ας κοιτάξουν έναν σχίνο και κάτω από ένα κυπαρίσσι. Θα διαπιστώσουν ότι ο «χαμηλός» σχίνος όχι μόνο συγκρατεί ωραιότατα το έδαφος, αλλά δημιουργεί και καινούργιο. Κάτι βέβαια που δεν γίνεται με το «ψηλό» κυπαρίσσι. Το ίδιο και άλλοι θάμνοι, όπως η μυρτιά, η δάφνη, το πουρνάρι, η χαρουπιά. Ποτέ όμως δεν άρχισε προσπάθεια αποκατάστασης βλάβης με τέτοια είδη φυτών. Δεν γνωρίζουμε ακόμη το πώς φυτρώνει ο σχίνος. Το ελάττωμά του βέβαια είναι ότι είναι θάμνος. Πώς να προσεχθεί από δενδρολάγνους; Βεβαίως δεν έχω αντίρρηση για τη χρησιμοποίηση κυπαρισσιών εκεί που ταιριάζουν. Για παράδειγμα, η χρησιμοποίησή τους στους εθνικούς μας δρόμους ταιριάζει απόλυτα, μια και είναι χαρακτηριστικά δένδρα νεκροταφείων!

    Ευτυχώς υπήρξε ο Πικιώνης

    Συχνά η κριτική που δέχομαι από τους καλόπιστους για τα κείμενά μου είναι η απουσία προτάσεων. Πρέπει στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι απαραίτητη προϋπόθεση σωστής διαχείρισης είναι η κατανόηση του προβλήματος. Συνταγές μαγειρικής δεν υπάρχουν στην οικολογία. Παρ’ όλα αυτά, προτού τελειώσω θέλω να τονίσω μερικά σημεία για αποφυγή και άλλων παρεξηγήσεων. Δεν αμφιβάλλω ότι σε πολλές περιοχές της χώρας μας έχει προξενήσει σοβαρότατη βλάβη και υποβάθμιση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η καταστροφή που έγινε έφτασε στο σημείο δημιουργίας ερήμων.
    Μόνο στη Θεσσαλία οι υποβαθμισμένες εκτάσεις φτάνουν τις 100.000 στρέμματα. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιοχές.

    Πιστεύω όμως ότι το φύτεμα δένδρων στην τύχη είναι ανόητο γεγονός, το οποίο εκτός από το ότι κοστίζει πολύ, συγχρόνως προκαλεί και ανυπολόγιστες βλάβες και καταστροφές. Η πρότασή μου στηρίζεται στην επανεξέταση της τακτικής αυτής. Θα έβλεπα εφικτή την αποκατάσταση με χρησιμοποίηση ποικιλίας ειδών, κυρίως θάμνων, σε πρώτη τουλάχιστον φάση. Τέτοιου είδους προσπάθεια έγινε τη δεκαετία του ’50 από τον μεγάλο αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη γύρω από την Ακρόπολη. Όσοι μένουν στην Αθήνα ας κάνουν μια βόλτα από το Ηρώδειο προς τα πάνω χρησιμοποιώντας το μονοπάτι.
    Θα διαπιστώσουν την ύπαρξη ενός γοητευτικού συνδυασμού διαφόρων ελληνικών φυτών, όπως η χαρουπιά, η αγριελιά, η δενδρώδης μηδική, η δάφνη. Η ευαισθησία και η «επάρκεια» του Πικιώνη δημιούργησαν ένα πραγματικά ελληνικό περιβάλλον. Αυτό είναι πράγματι αποκατάσταση!

    Οι ελέφαντες και τα λιοντάρια της Αττικής…
    Το γεγονός της αναφοράς στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» για άλσος ¬ δηλαδή φυτεμένα δένδρα ¬ αναφέρεται σαν δάσος. Τα νερά και τα πλατάνια του Ιλισού γίνονται ποτάμι, ενώ ο Παυσανίας τον αναφέρει υδάτινο ¬ δηλαδή χείμαρρο.
    Το ότι ο Πίνδαρος αναφέρει τον Υμηττό «ιοστεφή» από την ανάκλαση του ηλίου στο μάρμαρο, δηλαδή σε γυμνό τμήμα, δεν σημειώνεται πουθενά αλλού• το ίδιο συμβαίνει και με την αναφορά του Πλάτωνα για το ότι ο Υμηττός είναι κατάλληλος μόνο για παραγωγή μελιού, ¬το θυμάρι.
    Ακόμη, μιλάμε για την καταστροφή των δασών της Αττικής στην κλασική αρχαιότητα για ξυλεία, ενώ αυτό απαγορευόταν και τα ξύλα τα έφερναν από άλλες περιοχές ¬ με νόμο, μια και τα δένδρα ήταν ιερά (δρυάδες!).
    Το γελοίο όμως της υπόθεσης είναι η χρησιμοποίηση στοιχείων όπως η ανεύρεση απολιθωμένων οστών από μεγάλα ζώα, όπως τα λιοντάρια, οι ρινόκεροι, οι ελέφαντες.
    Τα χρησιμοποιούμε για να αποδείξουμε την ύπαρξη δάσους, ενώ είναι πασίγνωστο ότι πρόκειται για ζώα ανοιχτών θαμνώνων όπως η σαβάνα. Δεν χωράει το λιοντάρι και ο ελέφαντας σε δάσος! Είναι ζώα της σαβάνας, όχι της ζούγκλας. Κάποτε πρέπει να σταματήσει αυτό το κακό. Δεν μπορούμε να κάνουμε σοβαρή επιστημονική συζήτηση με χρησιμοποίηση αποσπασμάτων από τον… Ταρζάν.

    Ο μύθος της δασωμένης Ελλάδας

    Συχνά διαβάζω ότι η Ελλάδα ήταν γεμάτη από δάση. Μάλιστα βλέπω ρέκτες φυσιολάτρες και επιστήμονες να αναφέρουν: «Στην Επανάσταση του 1821 τα δάση ήταν το 50%, ενώ σήμερα μόλις το 20%. Τα καταστρέψαμε τελείως!». Πραγματικά είχα προβληματιστεί σοβαρά με αυτό το γεγονός και έχοντας υπόψη αρκετές πηγές της κλασικής Ελλάδας απορούσα για το πώς ήταν δυνατόν τα δάση να καλύπτουν πριν από 150 χρόνια την Ελλάδα. Ήταν κάτι μάλλον απίστευτο. Έτσι άρχισα να προσπαθώ να βρω ποιος ήταν εκείνος που έκανε την τότε στατιστική.

    Όταν σήμερα η Δασική Υπηρεσία, με τόσο σύγχρονα μέσα στη διάθεσή της, ανεβοκατεβάζει το ποσοστό της δασοκάλυψης στη χώρα ¬ πότε 17%, πότε 22% ¬, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο Κολοκοτρώνης ή κάποιος άλλος σύγχρονός του είχε κάνει τέτοια στατιστική. Ήταν ακόμη μεγαλύτερη η έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε μια στατιστική του 1842 την οποία είχε κάνει ένας βαυαρός πρόξενος, ο Strong, που ανέφερε ότι τα δάση κάλυπταν το 17%, ποσοστό τελείως λογικό.

    Τελικά νομίζω ότι βρήκα το πώς το 17% έγινε 50%. Υπήρχαν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου δύο διακεκριμένοι δασολόγοι: ο Κόκκινος και ο Κοντός. Ο δεύτερος από αυτούς, που θεωρείται πατέρας της ελληνικής δασολογίας, γνώριζε τα στοιχεία που είχε αναφέρει ο Strong, δηλαδή το 17%. Πρέπει να αναγνωριστεί όμως ότι υπήρχαν στη στατιστική του Strong αρκετά λάθη στην εμβαδομέτρηση της τότε ελεύθερης Ελλάδας. Έτσι το 17% μπορεί να έφτανε το 22%-23%. Ο Κοντός όμως θεώρησε, όπως και οι σημερινοί συνάδελφοί του, όχι το πραγματικό δάσος αλλά το «δυνάμει δάσος», δηλαδή ουσιαστικά ότι δεν καλλιεργείται. Έτσι έφτασε το ποσοστό του 50% και το δημοσίευσε 100 χρόνια μετά τον Strong, το οποίο τελείως αδιαμαρτύρητα το δεχθήκαμε σαν γεγονός. Βεβαίως πολλοί θα ισχυρισθούν ότι υπάρχουν στοιχεία από παλαιούς περιηγητές που αναφέρουν μεγάλα δάση σε περιοχές που σήμερα τις καλύπτουν υποβαθμισμένοι θαμνώνες. Χωρίς να αντιδικώ με αυτούς, η άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι δασωμένη μού φαίνεται σαν γεγονός απαράδεκτο ως γελοίο. Οι λόγοι είναι αρκετοί και γι’ αυτό θα αρκεστώ στους κυριότερους.

    Κατ’ αρχήν ο μύθος της δασωμένης Ελλάδας έχει τις αρχές του στην αποικιακή μας νοοτροπία. Το αναπτυσσόμενο ελληνικό κράτος του περασμένου αιώνα κοίταζε προς τη Μεσευρώπη για μεθόδους οργάνωσης και διοίκησης. Εκεί σε ότι αφορά τη γεωργία υπήρχαν δύο κλάδοι: ο γεωπονικός για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και ο δασολογικός για τις μη καλλιεργούμενες, που στις περιοχές του εύκρατου κλίματος ήταν φυσικά δάση. Έτσι έγινε κι εδώ. Οι πρώτοι επιστήμονες δασολόγοι που σπούδασαν εκεί, όταν γύρισαν στην Ελλάδα απόρησαν. «Γιατί εδώ δεν έχουμε πολλά δάση;». Η απάντηση ήταν εύκολη, μια και υπήρχε ανθρώπινη παρέμβαση χιλιετιών. Τα υποβάθμισε με τις δραστηριότητές του ο άνθρωπος. Έτσι «βαφτίστηκαν» όλες οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις με ονόματα όπως «μερικώς δασοσκεπείς», «δασικές εκτάσεις» και πάει λέγοντας. Δεν υπάρχει θαμνώνας στην Ελλάδα που να μην έχει χαρακτηριστεί υποβαθμισμένο δάσος.

    Εδώ είναι Μεσόγειος!
    Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Είμαστε σε μια περιοχή μεσογειακού κλίματος, με εξαίρεση περιοχές της ορεινής Ελλάδας όπου το κλίμα είναι εύκρατο και φυσικά υπάρχουν δάση. Τέτοιο κλίμα υπάρχει και στην Καλιφόρνια, στην Κεντρική Χιλή, στη Νότια Αφρική και στη Νότια και Νοτιοδυτική Αυστραλία. Εκεί αντίστοιχη ανθρώπινη παρέμβαση δεν υπήρξε. Παρ’ όλα αυτά και εκεί κυριαρχούν ψηλοί αειθαλείς σκληρόφυλλοι θάμνοι στις υγρότερες περιοχές (όπως το πουρνάρι, η κουμαριά, η μυρτιά, η αγριελιά, ο σχίνος, η χαρουπιά σε εμάς), ενώ στις ξηρότερες χαμηλοί θάμνοι που έχουν διάφορο τύπο φύλλων την υγρή περίοδο από ότι την ξηρή (όπως η ασφάκα, η λαδανιά, το θυμάρι, το θρούμπι, η γαλατσίδα σε εμάς). Στην Καλιφόρνια τον πρώτο τύπο βλάστησης τον λένε τσάπαραλ. Άλλωστε, επειδή οι ταινίες γουέστερν γυρίστηκαν στο Χόλιγουντ, πιθανώς οι αναγνώστες θα θυμούνται αυτό τον τύπο βλάστησης, που σίγουρα δεν είναι δάσος. Ακόμη και το όνομα ¬ τσάπαραλ ¬ προέρχεται από την ισπανική λέξη «τσαπράλο», που δεν σημαίνει τίποτε άλλο από πουρνάρι. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία η σύγκριση της δομής και της λειτουργίας των μεσογειακού τύπου οικοσυστημάτων της υδρογείου αποτέλεσε καίριο σημείο έρευνας με έκδοση βιβλίων, διοργάνωση συνεδρίων, ανταλλαγές επιστημόνων κτλ. Ακόμη και η φωτιά, που στην Ελλάδα είναι ξορκισμένη, φαίνεται να είναι ένας παράγοντας ενσωματωμένος στα οικοσυστήματα αυτά.

    Οι απόηχοι αυτής της συσσώρευσης πληροφόρησης για την καταγωγή, τη δομή και τη λειτουργία αυτών των οικοσυστημάτων, σε παγκόσμιο επίπεδο, δυστυχώς ακόμη δεν έφτασαν στη χώρα μας. Έτσι είμαστε ακόμη στη φάση όπου χωρίς καμία αιτιολόγηση («πίστευε και μη ερεύνα») κάθε στοιχείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη καταστροφής του δάσους μεγεθύνεται, ενώ εκείνα που λένε το αντίθετο θεωρούνται αιρετικά.

    Ο κ. Νίκος Μάργαρης είναι καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.


Comment RSS · TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: